Κυνόδοντας και Eurovision

Ο ανατρεπτικός “Κυνόδοντας” γλίτωσε από τη βλαχομπαρόκ πανηγυρτζίδικη ελληνική υποκουλτούρα με την απώλεια του τίτλου της καλύτερης ξενόγλωσσης -για το Hollywood- ταινίας για τη χρονιά που πέρασε.  >>>>

Μια ταινία ανατρεπτική, ηθικά σκανδαλιστική και σεναριακά πρωτότυπη για τα ελληνικά δεδομένα σε περίπτωση που κέρδιζε το Όσκαρ θα έμπαινε στο επίκεντρο ενός πανηγυριού αισθητικής Eurovision και θα υπέσκαπτε την ίδια τη φιλοσοφία της.

Ο Γ. Λάνθιμος, ο σκηνοθέτης της ταινίας, σίγουρα δε θα ήθελε να γίνει ένα φολκλόρ καραγκιοζάκι που θα το πηγαινόφερναν σε ανούσιες βραβεύσεις και εκ των υστέρων αναγνώριση.

Και μάλιστα θα βραβευόταν και θα παρουσιαζόταν ως εκπρόσωπος του ελληνικού κινηματογράφου, ενώ δεν είναι. Ο ελληνικός κινηματογράφος είναι η Λούφα και Απαλλαγή, η Κληρονόμος και κάθε χαζοχαρουμενιά που μας πλασάρουν. Ο Λάνθιμος βραβεύτηκε στις Κάννες και τιμήθηκε με την υποψηφιότητα για Όσκαρ εκπροσωπώντας τον εαυτό του και μια μικρη μερίδα Ελλήνων πολιτών που επιμένουν να μην γίνονται κιμάς στην κρεατομηχανή της βιομηχανίας του θεάματος.

Πρόκειται για μια ταινία που κατηγορήθηκε ως “ανήθικη” επειδή προβάλλει σκηνές αιμομικτικού σεξ. Όσοι όμως είδαν την ταινία θα κατάλαβαν ότι δεν υπήρχε σκανδαλιστική πρόθεση από το σκηνοθέτη.

Για μένα η οικογένεια που παρουσιάζεται στην ταινία δεν αντιπροσωπεύει την οικογένεια, αλλά την κοινωνία. Ο πατέρας που είναι ο μόνος που έχει σχέση με τον έξω κόσμο αντιπροσωπεύει την εξουσία, η οποία κρατά εγκλείστους τους υπηκόους και παρουσιάζει στους εσώκλειστους τις έννοιες των πραγμάτων , όπως συμφέρει αυτόν.

Παραπέμπει στο Μύθο του Σπηλαίου από την Πολιτεία του Πλάτωνος, όπου ο Σωκράτης μιλά για την πραγματική υπόσταση των εννοιών και για την παρουσίαση των αναπαραστάσεων των εννοιών στους απλούς ανθρώπους από “θαυματοποιούς” μέσω σκιών, όπως αυτοί νομίζουν.

Η μητέρα ΄της “οικογένειας” συμβολίζει το μεσολαβητή εξουσίας και λαού (τα ΜΜΕ ίσως;) η οποία ναι μεν έχει γνωρίσει τον έξω κόσμο, αλλά επέλεξε ή επιλέχθηκε από τον πατέρα-εξουσία, να παραμείνει για πάντα στο σπίτι προκειμένου να “προσέχει” και να λύνει τις απορίες των εσώκλειστων παιδιών.

Τα παιδιά συμβολίζουν προφανώς το λαό που ζει με τον τρόπο που του επιβάλλουν, πιστεύει τα πράγματα όπως του τα παρουσιάζουν και φυσικά του λένε πως θα απελευθερωθεί όταν πέσει ο “Κυνόδοντάς” του.

Και υπάρχουν και οι εξωτερικοί παράγοντες, οι οποίοι, αν και αρχικά είναι βαλτοί από τον πατέρα-εξουσία για να εκτονώνονται τα παιδιά-λαός, προσπαθούν να ξυπνήσουν τα παιδιά, αλλά κι όταν καταφέρνουν να τους δώσουν κάποιες επιπλέον πληροφορίες ή κατευθύνσεις, τα παιδιά-λαός δεν μπορούν να συλλάβουν τα μηνύματα των νέων πληροφοριών και αντιδρούν σπασμωδικά.

Η αιμομικτική σχέση λοιπόν που προβάλλεται μεταξύ των παιδιών, δε συμβολίζει σεξ μεταξύ αδελφών, αλλά μια άρρωστη, ανάπηρη σχέση-αλληλεπίδραση μεταξύ των απλών ανθρώπων.

Η ταινία βρίθει συμβολισμών, αλλά όταν έχουμε συνηθίσει να αντιμετωπίζουμε ένα έργο κοιτώντας μόνο το προφανές (αφού αυτά που μας παρουσιάζουν δεν εννοούν τίποτα άλλο πέρα από το προφανές), είναι λογικό να μην εμβαθύνουμε στα ενδότερα κάθε έργου τέχνης και να παραμένουμε στα τεκταινόμενα της πλοκής.

Δε λέω πως είναι αναγκαστικό να αρέσει σε κάποιον η συγκεκριμένη ταινία, αλλά απλά εκνευρίζομαι με την a priori απόρριψη κάθε πρωτοπορίας, κάθε προσπάθειας να ξεφύγουμε λίγο από τις παραδεδομένες συνήθειές μας.

Φυσικά όταν ο ίδιος σκηνοθέτης γύρισε μια διαφήμιση, οι περισσότεροι Έλληνες την ενστερνίστηκαν και ως ατάκα. Είχε γυρίσει εκείνη τη διαφήμιση με τον μπάτσο που έλεγε “put the kot down slowly”. Αλλά τότε η αισθητική του Λάνθιμου ήταν ανώδυνη…

Έτσι κι αλλιώς 30.000 εισιτήρια έκοψε η ταινία στην Ελλάδα, ενώ η χαζοχαρούμενη “Κληρονόμος” με τη Σ. Καρύδη που βγήκε την ίδια εποχή έκανε υπερτριπλάσιες εισπράξεις.

Είμαστε στη χώρα που ο παγκοσμίως αναγνωρισμένος Θ. Αγγελόπουλος έχει γίνει σαν ανέκδοτο λόγω του αργού ρυθμού των ταινιών του. Η κριτική αυτή ξεκίνησε από τους θαυμαστές του Αγγελόπουλου, που έκαναν μια χαριτωμένη κριτική πάνω στις ταινίες του, χωρίς όμως να μειώνουν την καλλιτεχνική τους αξία, αλλά υιοθετήθηκε από όλους τους Έλληνες οι οποίοι ανάθεμα κι αν έχουν δει έστω μια σκηνή από ταινία του Αγγελόπουλου. Και λειτουργούν με ένα κλισέ κοινωνικου αυτοματισμού: Αγγελόπουλος=αργός και το αντίστροφο.

Έτσι λειτουργούμε και με άλλους: Σιδηρόπουλος=πρεζάκιας, Καβάφης=πούστης, Καρυωτάκης=ψυχάκιας που αυτοκτόνησε και πάει λέγοντας…

Και φυσικά ερμηνεύουμε τα πάντα με βάση το “βασικό χαρακτηριστικό” που τους έχουμε προσδώσει.

Οι σύγχρονοι Έλληνες στην προσπάθειά τους να καλύψουν τις ενοχές τους για την ποιοτική ελεύθερη πτώση του γούστου και της αισθητικής τους λοιδωρούν οποιονδήποτε “κάνει ποιότητα” … λες και αυτό αποτελεί κατηγορία ή κουσούρι!

Το να φτιάχνεις χαζοχαρουμενιές βέβαια, είναι προσόν…

Είμαστε φυσικά στη χώρα που έπρεπε να “εκτελέσει” ο Βασίλης Καρράς την “Πριγκηπέσσα” του Σωκράτη Μάλαμα για να γίνει πανελλαδικό σουξέ… Ο “Κυνόδοντας” μας έλειπε!

Γι αυτό σου λέω Λάνθιμε, δε φαντάζεσαι από τι κιτσαριό γλίτωσες, μην κερδίζοντας τελικά το Όσκαρ καλύτερης ταινίας.

Θα βλέπαμε παράθυρα με έναν εκπρόσωπο της “προοδευτικής” κοινωνίας που θα υπερασπιζόταν αβλεπής την ταινία τονίζοντας την ελευθερία της έκφρασης του δημιουργού και έναν εκπρόσωπο από το παπαδαριό που θα φώναζε ότι η ταινία διαλύει τις αρχές της “ελληνορθόδοξης κοινωνίας” μας.

ΠΩ ΠΩ ΚΙΤΣΑΡΙΟ!!!

dietrich wegner

   dietrichwegner.com

Massimo Carnevale

Reey Whaar

The Strokes – Under Cover Of Darkness